Ο Βόρειος Ευβοϊκός Κόλπος αποτελεί μια περιοχή με έντονη νεοτεκτονική δραστηριότητα που
κυριαρχείται από εντυπωσιακά ενεργά ρήγματα. Το μόνο ρήγμα της περιοχής που συνδέεται με
κάποιον ισχυρό ιστορικό σεισμό, είναι το ρήγμα της Αταλάντης, με την γνωστή σεισμική ακολουθία
του 1894. Για την ακριβέστερη αποτύπωση του ρήγματος της Αταλάντης, την διερεύνηση των σει-
σμικών διαρρήξεων του 1894 και την εκτίμηση της σεισμικής επικινδυνότητας της περιοχής, εκτελέ-
στηκε λεπτομερής γεωλογική και νεοτεκτονική έρευνα της περιοχής της πόλης της Αταλάντης. Τα
αποτελέσματα της έρευνας και ιδιαίτερα η ψηφιακή μορφοτεκτονική ανάλυση και η γεωμετρία του
ρήγματος δείχνουν ότι το ρήγμα της Αταλάντης αποτελεί μια ρηξιγενή ζώνη μήκους 20–30 km.
1 ΓΕΩΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Η περιοχή του Βόρειου Ευβοϊκού Κόλπου αποτελείται από τα αλπικά πετρώματα της Υποπελα-
γονικής ζώνης που συνιστούν το γεωλογικό υπόβαθρο, και τις ρηξιγενείς τάφρους που δημιουργή-
θηκαν από την νεοτεκτονική δράση των ρηγμάτων και οι οποίες έχουν πληρωθεί από νεότερα ιζή-
ματα ηλικίας Πλειοκαίνου – Τεταρτογενούς (ΙΓΜΕ, 1983). Τα πλέον πρό-
σφατα ρηξιγενή πρανή, κυρίως στην περιοχή της Αταλάντης, Ασπρορέματος και στην Αρκίτσα
καλύπτονται από σύγχρονα πλευρικά κορήματα που αποτελούνται από άμμο, άργιλο και γωνιώδη
τεμάχη ασβεστόλιθων και δολομιτών σε ασύνδετη μορφή.
Ο Βόρειος Ευβοϊκός Κόλπος αποτελεί μια τεκτονική τάφρο, η οποία διαμορφώθηκε στη διάρκεια
του Τεταρτογενούς από την δράση κανονικών ρηγμάτων διεύθυνσης ΒΔ-ΝΑ έως ΔΒΔ-ΑΝΑ (Roberts
and Jackson, 1991). Τα ρήγματα Θερμοπυλών, Καμένων Βούρλων, Άγιου Κωνσταντίνου, Αρ-
κίτσας, Αταλάντης και Καλλιδρόμου παρουσιάζουν μορφοτεκτονικά και γεωλογικά στοιχεία τα οποία υποδεικνύουν πρόσφατη δραστηριότητα και μπορούν να χαρακτηριστούν ως ενεργά. Οι διευθύν-
σεις των ενεργών και πιθανά ενεργών ρηγμάτων (ΒΔ-ΝΑ και Δ-Α) συμπίπτουν με την διεύθυνση του σύγχρονου εφελκυσμού στον χώρο του Αιγαίου.
3 ΤΟ ΡΗΓΜΑ ΤΗΣ ΑΤΑΛΑΝΤΗΣ
Για την ακριβέστερη αποτύπωση του ρήγματος της Αταλάντης, την διερεύνηση των σεισμικών
διαρρήξεων του 1894 και την εκτίμηση της σεισμικής επικινδυνότητας της περιοχής, εκτελέστηκε
λεπτομερής γεωλογική χαρτογράφηση της περιοχής της πόλης της Αταλάντης σε κλίμακα 1:5.000,
έρευνα πεδίου στην ευρύτερη περιοχή και κατασκευή ψηφιακού μοντέλου αναγλύφου (DEM) με α-
κρίβεια 4m. Τα αποτελέσματα της μελέτης δείχνουν ότι το ρήγμα της πόλης της Αταλάντης είναι ένα
κανονικό ενεργό ρήγμα Α-Δ εως ΑΝΑ-ΔΒΔ διεύθυνσης και κλίσης προς Β – ΒΑ. Μετρήσεις
ρηξιγενών επιφανειών κατά μήκος του ρήγματος έδωσαν τιμές διεύθυνσης κλίσης 019-048° (CLAR)
και κλίσης 60-72° . Το ρήγμα διέρχεται από τη νότια πλευρά της πόλης στους πρόποδες του
όρους Χλωμό και σχεδόν ταυτίζεται με τις σεισμικές διαρρήξεις του 1894. Το ρήγμα είναι τμήμα μιας ευρύτερης ρηξιγενούς ενεργού ζώνης που αρχίζει από το ρέμα του
Καραγκιόζη, βορείως της πόλης της Αταλάντης, συνεχίζει προς Ασπρόρεμα – Κυπαρίσσι και φθάνει
μέχρι το Μαρτίνο και πιθανά τη Λάρυμνα.
Το συνολικό μήκος της ζώνης αυτής δεν ξεπερνά τα 30 km (Ganas et al. 1998, Pantosti et al.
2001, Pavlides and Caputo 2004) ενώ υποδιαιρείται σε πέντε, τουλάχιστον, επιμέρους τμήματα.
ΣΥΖΗΤΗΣΗ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η δυναμικότητα (potential) της γένεσης σεισμού, όταν ενεργοποιηθεί στο συνολικό του μήκος
(30km), είναι της τάξης των σεισμών του 1894 (Μs=6.6-7.0), ενώ με τη χρήση γνωστών εμπειρικών
σχέσεων (Wells and Coppersmith 1994, Ambraseys and Jackon 1998, Pavlides and Caputo 2004)
το μέγιστο μέγεθος ενός αναμενόμενου σεισμού υπολογίζεται σε Μmax 6.8 (α=0,41g). Τα επιμέ-
ρους τμήματά του όταν ενεργοποιούνται ανεξάρτητα εκτιμάται ότι παράγουν σεισμούς μεταξύ Μ =
5.5-6.6, ειδικότερα μόνο το Τμήμα της Αταλάντης μπορεί να συνδέεται με σεισμούς της τάξης του Μ
= 6.0 (α=0,26g).
Οι μέγιστες κατακόρυφες μετατοπίσεις (άλματα) του σεισμού του 1894 εκτιμώνται σε 10-30 cm
στο υπόβαθρο και μέχρι 1.5 m στα πλευρικά κορήματα και στα χαλαρά ιζήματα, τιμές οι οποίες πα-
ρουσιάζονται αυξημένες λόγω επίδρασης και της βαρύτητας. Οι υπολογιζόμενες μέγιστες συν-
σεισμικές κατακόρυφες μετατοπίσεις στο κυρίως ρήγμα με εμπειρικές σχέσεις για σεισμό σχεδια-
σμού Μ = 6.8 είναι 1.30 m (Ambraseys and Jackson 1998, Pavlides and Caputo 2004) και 1.45 m
(Wells and Coppersmith 1994).
Η πιθανότητα γένεσης ενός σεισμού Μ6.8-7.0 στην ευρύτερη περιοχή της Αταλάντης είναι ιδιαί-
τερα μικρή (<4% για 50 χρόνια και μέχρι 30 km απόσταση), ενώ η περίοδος επανάληψης σεισμού
αντίστοιχου μεγέθους από το ρήγμα της Αταλάντης είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από 1000 χρόνια
(ίσως μεγαλύτερη και από 2000 χρόνια). Πρόσφατες μελέτες (Pantosti et al. 2004) εκτιμούν την πε-
ρίοδο επανάληψης για το ρήγμα της Αταλάντης σε 660-1200 χρόνια. Σεισμοί μικρότερων μεγεθών
(5.0<Μ<6.0) έχουν περισσότερο αυξημένες πιθανότητες να συμβούν (25-50%). Συν-σεισμικές κα-
τακόρυφες μετατοπίσεις επί του ρήγματος για σεισμούς μέχρι Μ6.5 εκτιμώνται της τάξης 1-20 cm.
by simoni